Το γλαύκωμα είναι μια νευροεκφυλιστικής μορφής πάθηση του οφθαλμού, που προκαλεί βλάβη στο οπτικό νεύρο και μπορεί να επηρεάσει την όραση με μη αναστρέψιμο τρόπο. Στα αρχικά στάδια δεν δίνει συνήθως συμπτώματα, γι’ αυτό η προληπτική εξέταση είναι καθοριστική.
Το γλαύκωμα συνήθως οφείλεται στην υψηλή ενδοφθάλμια πίεση, η οποία ευθύνεται για την προοδευτική καταστροφή του οπτικού νεύρου και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της όρασης.
Η δυσκολία με την ενδοφθάλμια πίεση είναι ότι δεν υπάρχουν απόλυτα καθορισμένες φυσιολογικές τιμές, αλλά μόνο στατιστικά «φυσιολογικές» τιμές. Αυτό σημαίνει ότι μια τιμή πίεσης που είναι φυσιολογική για ορισμένα άτομα μπορεί να είναι παθολογικά υψηλή για κάποια άλλα.
Η νόσος εξελίσσεται πολύ αργά όταν βρίσκεται στα αρχικά στάδια, γι’ αυτό οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν συμπτώματα.
Για να διατηρηθεί το σχήμα και η λειτουργικότητα του οφθαλμού είναι απαραίτητο να υπάρχει κάποια πίεση στο μάτι. Αν αυτή η ενδοφθάλμια πίεση αυξηθεί πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα, μακροπρόθεσμα θα προκληθεί βλάβη στο οπτικό νεύρο. Η βλάβη οφείλεται είτε στο στραγγάλισμα των μικρών αγγείων που τρέφουν το οπτικό νεύρο είτε στην απευθείας επίδραση της πίεσης στην κεφαλή του οπτικού νεύρου.
Την πίεση του ματιού την καθορίζει το υδατοειδές υγρό, το οποίο ανανεώνεται συνεχώς. Για να παραμένει η πίεση σε φυσιολογικά επίπεδα, πρέπει όσο υδατοειδές υγρό παράγεται από το μάτι, άλλο τόσο να απομακρύνεται μέσω της αποχέτευσης.
Το αποχετευτικό σύστημα του ματιού ονομάζεται γωνία του προσθίου θαλάμου, επειδή βρίσκεται στη συμβολή της ίριδας με την επιφάνεια του κερατοειδούς. Όταν δεν μπορεί να απομακρύνει την απαιτούμενη ποσότητα υδατοειδούς υγρού, το υγρό συσσωρεύεται και η πίεση του ματιού αυξάνεται.
Το γλαύκωμα μπορεί να προκληθεί με διάφορους μηχανισμούς. Η βασικότερη κοινή αιτία είναι η αυξημένη πίεση στο εσωτερικό του ματιού, πάνω από τα όρια που αντέχει το οπτικό νεύρο. Τα φυσιολογικά όρια της ενδοφθάλμιας πίεσης, ωστόσο, είναι διαφορετικά για κάθε άνθρωπο: μια τιμή που για κάποιον είναι επιβλαβής, για κάποιον άλλον μπορεί να μην είναι, και αντίστροφα.
Παράγοντες που προδιαθέτουν στην ανάπτυξη γλαυκώματος είναι:
Τα γλαυκώματα διακρίνονται σε πρωτοπαθή, που δεν έχουν υποκείμενη αιτία, και σε δευτεροπαθή, όπου ανευρίσκεται αιτιολογικός παράγοντας. Διακρίνονται επίσης σε ανοικτής και κλειστής γωνίας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχουν ιδιαίτερα συμπτώματα. Η σταδιακή απώλεια της περιφερικής όρασης δεν γίνεται αντιληπτή μέχρι να προσβληθεί και η κεντρική περιοχή. Αν το γλαύκωμα αφεθεί χωρίς θεραπεία, στο τελικό στάδιο επέρχεται τύφλωση.
Ένας ασθενής με γλαύκωμα έχει ήδη χάσει τμήμα του περιφερικού οπτικού του πεδίου. Αυτή η απώλεια ονομάζεται σκότωμα και ο ασθενής δεν μπορεί εύκολα να την αντιληφθεί, εκτός αν είναι πολύ εκτεταμένη.
Το αίσθημα βάρους ή πίεσης στα μάτια δεν συσχετίζεται απαραίτητα με αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Στην πράξη είναι σχεδόν αδύνατο να αυτοεξεταστεί κάποιος για γλαύκωμα. Ο πιο ασφαλής τρόπος είναι η επίσκεψη στον οφθαλμίατρο.
Μοναδική εξαίρεση στη σιωπηλή πορεία της νόσου αποτελεί το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας, που εμφανίζεται με έντονο πόνο και θόλωση της όρασης. Αν παρουσιάσετε ξαφνικά έντονο πόνο στο μάτι μαζί με θολή όραση, απευθυνθείτε άμεσα σε οφθαλμίατρο.
Το γλαύκωμα δίνει συμπτώματα μόνο όταν είναι ήδη πολύ αργά και έχει καταστραφεί πάνω από το 50 έως 70% του οπτικού νεύρου. Γι’ αυτό η προληπτική εξέταση είναι ζωτικής σημασίας. Στο ιατρείο γίνεται πλήρης μελέτη του γλαυκωματικού ασθενούς με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας.
Τονομέτρηση ακριβείας για τη μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Με ειδικά διαμορφωμένο φακό απεικονίζεται η γωνία του προσθίου θαλάμου και ταξινομείται ο τύπος του γλαυκώματος.
Εξέταση του βυθού του ματιού και της κεφαλής του οπτικού νεύρου.
Καταγραφή της εικόνας του οπτικού νεύρου, ώστε να υπάρχει σημείο αναφοράς για τη μελλοντική παρακολούθηση.
Με progression indices, για τη λεπτομερή καταγραφή της εξέλιξης της γλαυκωματικής βλάβης.
Καταγραφή του πάχους του κερατοειδούς χιτώνα, που είναι βασικός παράγοντας για τον καθορισμό της πίεσης-στόχου.
Με τις σύγχρονες θεραπείες επιτυγχάνεται η ανακοπή της εξέλιξης της πάθησης στο 90% των περιπτώσεων. Θεραπευτικός στόχος είναι η ρύθμιση της ενδοφθάλμιας πίεσης σε επίπεδα ασφαλή για τον συγκεκριμένο ασθενή, διαφορετικά σε κάθε περίπτωση. Μέχρι σήμερα, όλες οι θεραπευτικές μέθοδοι αποσκοπούν στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Είναι συνήθως ο αρχικός τρόπος μείωσης της ενδοφθάλμιας πίεσης. Ένα ή περισσότερα κολλύρια χρησιμοποιούνται καθημερινά, επ’ αόριστον. Στις περισσότερες περιπτώσεις γίνονται καλά ανεκτά, αλλά δεν σπανίζουν διάφορες παρενέργειες, όπως αλλεργία και ξηροφθαλμία.
Διάφοροι τύποι laser υποβοηθούν τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Στο χρόνιο γλαύκωμα οι πιο σύγχρονες μέθοδοι είναι η SLT και η MLT. Πρόκειται για απλές επεμβάσεις με αποτελεσματικότητα 75%. Συνήθως χρησιμοποιούνται επιβοηθητικά στα κολλύρια ή ως πρώτη θεραπεία σε άτομα που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να τα χρησιμοποιούν. Η δράση τους είναι προσωρινή (6 μήνες έως 3 έτη), αλλά μπορούν να επαναληφθούν.
Οι κυριότερες είναι η τραμπεκουλεκτομή και η τοποθέτηση βαλβίδας, συνήθως Ahmed. Απαιτούν σημαντικό χρόνο ανάρρωσης, αλλά έχουν αποτελεσματικότητα που φτάνει αρχικά το 90%. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, μετά από χρόνια μπορεί να παρατηρηθεί σταδιακή αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Σχετικά πρόσφατα αναπτύχθηκαν λιγότερο επεμβατικές χειρουργικές μέθοδοι (MIGS), με σκοπό την ελαχιστοποίηση των επιπλοκών των μεγαλύτερων επεμβάσεων. Οι μικρότερες αυτές επεμβάσεις βρίσκονται σε στάδιο συνεχούς βελτίωσης και συνήθως αποτελούν την ενδεδειγμένη λύση όταν ο στόχος είναι μια μέτρια μείωση της πίεσης.
Όλες οι επεμβάσεις για το γλαύκωμα συνοδεύονται από μικρή πιθανότητα επιπλοκών. Λόγω όμως της καταστροφικής φύσης της πάθησης, η συμβολή τους στην αντιμετώπισή της είναι αναντικατάστατη.
Στην πράξη είναι σχεδόν αδύνατο. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχουν συμπτώματα και η απώλεια της περιφερικής όρασης δεν γίνεται αντιληπτή μέχρι να προσβληθεί και η κεντρική περιοχή. Ο πιο ασφαλής τρόπος είναι η εξέταση από οφθαλμίατρο.
Όχι απαραίτητα. Το αίσθημα βάρους ή πίεσης στα μάτια, ιδίως μετά από παρατεταμένη χρήση οθονών, είναι ένδειξη κοπιωπίας ή ξηροφθαλμίας και όχι αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης.
Η κληρονομικότητα είναι παράγοντας κινδύνου. Όσοι έχουν συγγενή εξ αίματος με γλαύκωμα πρέπει να ελέγχονται τακτικά μετά την ηλικία των 45 ετών.
Όχι. Το διάβασμα, η τηλεόραση και η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη γλαυκώματος.
Η δράση των SLT και MLT είναι προσωρινή, από 6 μήνες έως 3 έτη, αλλά οι θεραπείες αυτές μπορούν να επαναληφθούν.
Ο εξοπλισμός για τη διάγνωση και την παρακολούθηση της γλαυκωματικής βλάβης.
Απεικόνιση του οπτικού νεύρου για μελλοντική παρακολούθηση.
Αυξημένη πίεση του ματιού χωρίς βλάβη στο οπτικό νεύρο.
Κλείστε ραντεβού με τη Χειρουργό Οφθαλμίατρο Βασιλική Ντρισμπιώτη MD, FEBO, στην Αθήνα.
Ιατρική επιμέλεια: Βασιλική Ντρισμπιώτη MD, FEBO, Χειρουργός Οφθαλμίατρος. Οι πληροφορίες της σελίδας έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν την οφθαλμολογική εξέταση.